Οι τρούφες είναι είδος μανιταριού, που ανήκει στην κατηγορία των εξειδικευμένων και πολυτελών τροφίμων, καθώς διαθέτουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, όπως μοναδική γεύση, ξεχωριστό άρωμα, ξεχωριστό τρόπο παραγωγής και υψηλή τιμή (μέση τιμή παραγωγού 600 δολάρια το κιλό).
Η οικονομική αξιολόγηση της επένδυσης έδειξε ότι η καθαρή παρούσα αξία διαμορφώνεται στα 90.038 ευρώ /στρέμμα (για 30 έτη), η ετήσια ισοδύναμη αξία ανέρχεται στα 7.344 ευρώ/στρέμμα, η αναλογία οφέλους/κόστους στα 2,99 και το εσωτερικό επιτόκιο, που αποτυπώνει και την πραγματική απόδοση της επένδυσης, στο 35,77%, έναντι 7,12% του κόστους δανεισμού των χρημάτων. Στην έρευνα προσδιορίζεται επίσης και η μέση τιμή παραγωγού, στα 600 δολάρια το κιλό.
Η διδακτορική διατριβή εκπονήθηκε στο Εργαστήριο Δασικής Οικονομικής της Σχολής Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος του ΑΠΘ, από τη Β. Τσιτσιπάτη, υπό την επίβλεψη του Αν. Καθηγητή της Σχολής Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος του Α.Π.Θ., Αθανάσιου Χριστοδούλου.
Στο πλαίσιο της διατριβής, πραγματοποιήθηκε έρευνα καταναλωτών χρησιμοποιώντας συνδυασμό ποσοτικών και πειραματικών μεθόδων. Η έρευνα διενεργήθηκε στη Θεσσαλονίκη, σε δείγμα 303 καταναλωτών τρούφας.
Η τρούφα στην πραγματικότητα και κυριολεκτικά ονομάζεται «καρποφόρο γόνιμο σώμα» και προσκολλάται στο φυτό με μια φυτική (βλαστική) σύνθεση-δομή, που ονομάζεται "μυκήλιο". Οι μυκηλιακές υφές αυτών των μυκήτων περιβάλλουν τα λεπτά ριζικά τριχίδια των φυτών και απομυζούν από αυτά κυρίως υδατάνθρακες ενώ οι ρίζες των φυτών ευεργετούνται ως προς την αύξηση της ικανότητάς τους να προσροφούν νερό από το έδαφος, αζωτούχες ουσίες και στοιχεία όπως κάλιο, φώσφορο, σίδηρο καθώς και ιχνοστοιχεία.
Υπολογίζεται ότι υπάρχουν έως και 100 μέτρα μυκηλιακών υφών σε ένα κουταλάκι εδάφους από ένα υγιές δάσος. Η τρούφα σχηματίζεται κάτω από το έδαφος πάνω στη ρίζα του συμβιούντος φυτού. Έχει μορφή στρογγυλή περισσότερο ή λιγότερο ανώμαλη, με μέγεθός που ποικίλλει από τις διαστάσεις ενός μπιζελιού σε εκείνη ενός πορτοκαλιού. Εξωτερικά καλύπτεται από φλοιό που ονομάζεται «περίδιο», το εσωτερικό, που ονομάζεται «σάρκα του καρπού ή βώλος», περιέχει εκατομμύρια «σπόρους», που εκτελούν την αναπαραγωγική λειτουργία. Κάθε είδος τρούφας περιέχει σπόρους διαφορετικών χρωμάτων και διαστάσεων.
συνδέει το φυτό με τον μύκητα, εισχωρεί στα φυτά, "μολύνοντας" τις νέες ρίζες που βρίσκονται στο έδαφος. Κατά την ωριμότητα, κάθε είδος τρούφας εκπέμπει τη δική του οσμή και για το λόγο αυτό ένας εκπαιδευμένος σκύλος είναι σε θέση να προσδιορίσει την θέση της τρούφας, η οποία συλλέγεται από τον εμπειρογνώμονα τρουφών H γαστρονομική και θρεπτική του αξία κάνουν αυτόν τον μύκητα ένα από τα πλέον περιζήτητα εδέσματα παγκοσμίως. Του αποδίδονται, επίσης, θεραπευτικές δράσεις κατά μυϊκών και αρθριτικών πόνων και υψηλών επιπέδων χοληστερόλης. Κυρίως, όμως, του αποδίδονται ισχυρές αφροδισιακές ιδιότητες.
Τα ύδνα ήταν γνωστά από την αρχαιότητα. Πολλοί συγγραφείς μιλάνε για το ενδιαφέρον, που έδειξε ανέκαθεν ο άνθρωπος γι’αυτά τα μανιτάρια. Ο Αθηναίος αφιερώνει ολόκληρο κεφαλαίο για τα ύδνα, αλλά κι ο Γαληνός, Διοσκουρίδης, Θεόφραστος, Πλούταρχος, Πλίνιος, Κικέρωνας κ.α., συχνά τα αναφέρουν στα γραπτά τους. Ο Θεόφραστος μάλιστα λέει, ότι τα ύδνα, που φυτρώνουν στη Μυτιλήνη, Σάμο, Ηλεία, Θράκη κ.α., ήταν γνωστά στα διάφορα μέρη και με τις ονομασίες Γεράνειον, Μίσυ, Ίτον, Οίτον, Ασχίον.
Στη χώρα μας τα ύδνα ήταν άλλοτε πολύ γνωστά και σε μεγάλη εκτίμηση, όπως προκύπτει από το διαδεδομένο στην Πελοπόννησο παλιό λαϊκό δίστιχο:
Άσκαφο, αφύτευτο
κι αρχοντικό μαγέρεμα.
Διακρίνονται μακροσκοπικά από το χρωματισμό και τη μορφολογία της επιδερμίδας τους, που είναι λεία ή τραχιά, σε ύδνα άσπρα, υπόξανθα και μαύρα. Επίσης, ανάλογα με το χρόνο που ωριμάζουν, χωρίζονται σε είδη καλοκαιρινά και χειμωνιάτικα. Γενικά από εμπορική άποψη διαιρούνται σε άσπρα και μαύρα, που αυτά τα τελευταία) είναι και τα πιο εκλεκτά. Ο Πλίνιος γράφει για τις διάφορες κατηγορίες των ύδνων ότι: "Υπάρχουν δύο είδη ύδνων, το ένα γεμάτο με άμμο που γι’αυτό τραυματίζει τα δόντια, το άλλο χωρίς άμμο και χωρίς καμιά ακαθαρσία. Διακρίνονται δε από το χρώμα τους, που είναι κοκκινωπό ή μαύρο ή άσπρο κι ανάμεσα τους τα πιο περιζήτητα είναι εκείνα που προέρχονται από την Αφρική’’.
Στην Ελλάδα (και την Κύπρο) τα πιο γνωστά και διαδεδομένα ύδνα, από τις ως τώρα μελέτες, είναι τα παρακάτω:
- Tuber melanosporum (Τούβερ το μελανόσπορον)
- Tuber aestivum (Τούβερ το θερινόν),
- Tuber cibarium (Τούβερ το εδώδιμων)
- Tuber magnatum (Τούβερ ο μεγιστάνας)
- Terfezia leonis (Τερφέζια η λεόντειος)
- Terfezia leonis var. majus (Τερφέζια η λεόντειος ποικιλία μεγαλόκαρπη)
- Terfezia Genadii (Τερφέζια η Γεννάδιος)
- Terfezia leonis var.minor (Τερφέζια η λεόντειος ποικιλ. Μικρόκαρπη)
- Terfezia Fanfani (Τερφέζια η Φανφάνιος)
- Terfezia Claveryi (Τερφέζια η Κλαβέρειος)
- Terfezia Aphroditis (Τερφέζια της Αφροδίτης).
Τα ύδνα φυτρώνουν σε βάθος 10-30 εκ. κι έχουν μέγεθος, που κυμαίνεται από σπυρί καλαμποκιού ίσαμε μια πατάτα. Αν κι έχουν βρεθεί ύδνα που ζυγίζουν πάνω από κιλό, όμως κατά μέσο όρο το βάρος τους βρίσκεται στα όρια των 20-40 γραμ. Ο Πλούταρχος αναφέρει, ότι δείπνησε στην Ηλεία με ύδνα, που ήταν τεράστια σε μέγεθος. Είναι μανιτάρια πλούσια σε πρωτεΐνες, γι’αυτό θεωρούνται ως "φυτικό κρέας", με νοστιμότατη κι αρωματική σάρκα. Τρώγονται ωμά, ψημένα ή συντηρημένα (κονσέρβα, αποξεραμένα ή διατηρημένα στο λάδι, ξίδι, ή άρμη).
Επειδή τα ύδνα δεν έχουν υπέργεια όργανα γι’αυτό η ανακάλυψη τους στη φύση είναι δύσκολη και τις περισσότερες φορές γίνεται τυχαία. Για την εξακρίβωση όμως των τοποθεσιών, όπου φυτρώνουν, χρησιμοποιούνται στις διάφορες χώρες ορισμένα ενδεικτικά σημάδια, όπως π.χ. είναι η ειδική χλωρίδα σε δέντρα, η ολοκληρωτική έλλειψη χόρτων, τα σμήνη από κιτρινόχρωμες μύγες, που πετάνε σε χαμηλό ύψος πάνω από τους υδνότοπους, το ελαφρό ανασήκωμα του χώματος και οι σχισμές της γης στο μέρος, που από κάτω φυτρώνει το μανιτάρι κ.α. Αλλά το πιο αξιόλογο απ’όλα τα σημάδια είναι ότι, όταν τα ύδνα ωριμάζουν, αναδίνουν μια έντονη μυρωδιά, που την αντιλαμβάνεται από αρκετή απόσταση η όσφρηση ορισμένων ζώων, όπως του γουρουνιού, σκύλου, σκίουρου, ελαφιού, αρκούδας κ.α. Γι’αυτό, από τα παλιά ακόμη χρόνια ως σήμερα, για το κυνήγι της τρούφας χρησιμοποιούνται γουρούνια ή εξασκημένα σκυλιά.
Η φήμη της τρούφας ως εκλεκτής τροφής και η μεγάλη ζήτηση της προκάλεσε ανέκαθεν το έντονο ενδιαφέρον για την τεχνητή καλλιέργεια της. Ήδη ο Πυθαγόρας κι ο Γαληνός 2500 χρόνια πριν υποστήριξαν ότι τα ύδνα μπορούν να καλλιεργηθούν τεχνητά. Αλλά η εξημέρωση της τρούφας είναι ένα έργο εξαιρετικά δύσκολο. Γιατί τα ύδνα είναι φυτά ετερότροφα, και μάλιστα παρουσιάζουν έναν ιδιότυπο τρόπο συμβίωσης με άλλα φυτά, που καλείται "μυκόριζα".
Έχει διαπιστωθεί ότι τα ύδνα συζούν με 50 περίπου δέντρα, όπως είναι οι Βαλανιδιές (Quercus sp.), Λευκές (Populus sp.), Φλαμουριές (Tilla sp.), Ιτιές (Salix sp.), Λεπτοκαρυές (Corylus sp.), Καστανιές (Castanea sp.) κ.α. και τα ριζίδια αυτών των δέντρων. Έτσι αυξαίνουν την απορροφητική επιφάνεια των ριζών, αλλά ταυτόχρονα ζουν και σε βάρος των δέντρων που τα φιλοξενούν. Και μ’αυτό τον τρόπο ωφελούνται αμοιβαία και τα δύο συνεργαζόμενα μέρη.
Τα ύδνα σε κάθε εποχή συνιστούνταν σαν τρόφιμο αφροδισιακό.
"... Γενικά πιστεύεται ότι η τρούφα διεγείρει την σεξουαλική διάθεση", όπως γράφει ο Jean Antheleme Brillet-Savarin, ο ξακουστός γαστρονόμος του 17ου αι, στο κλασσικό έργο του "Η Φυσιολογία της Γεύσης".
Πολλά έχουν γραφτεί όσον αφορά στις αφροδισιακές ιδιότητες αυτού του μανιταριού.Μία εξήγηση που πολύ έχουν δώσει είναι η παρουσία μία φερορμόνης στη χημική σύσταση των τρουφών που ευθύνεται για την διέγερση των θηλυκών χοίρων προς αναπαραγωγή. Κάποιοι πιθανολογούν ότι το ανθρώπινο ενδιαφέρον για τις τρούφες έχει επίσης να κάνει με αυτήν την ορμόνη.
Οι τρούφες είναι επίσης πλούσιες σε ανδροστενοδιόνη, μία ορμόνη που μειώνει την παραγωγή της σεροτονίνης, μίας άλλης ορμόνης που αδρανοποιεί ορισμένες αισθήσεις με αποτέλεσμα μία αντιληπτή διέγερση. Η πλούσια, ξεχωριστή γεύση του μανιταριού αυτού, που έχει την ιδιότητα να ενισχύει τη γεύση των υπόλοιπων συστατικών του πιάτου αποδίδεται κυρίως στις εξαιρετικά μεγάλες συγκεντρώσεις γλουταμινικού οξέος, μίας φυσικής εκδοχής του γλουταμινικού μονονατρίου. Τα μανιτάρια, γενικώς, “αναπνέουν” εντονότατα και μετά τη συγκομιδή τους και με το πέρας τεσσάρων ημερών χάνουν περίπου το μισό ποσοστό των σακχάρων τους, ενώ το άμυλό τους μετατρέπεται σε χιτίνη. Οι παραγόμενες αυτές ενώσεις κατά τη βρώση πιθανολογείται επίσης ότι μπορεί να έχουν διεγερτικές ιδιότητες.
Είναι όμως οι τρούφες πράγματι αφροδισιακές; Κατά γενική ομολογία θα λέγαμε πως η απάντηση είναι θετική παρά τις πολλές αδιευκρίνιστες παραδοχές. Όπως και να έχει ένα δείπνο υπό το φως των κεριών, με ξύσμα λευκής τρούφας να στολίζει το τέλεια κρεμώδες ριζότο, ένα τρυφερό, ελαφρώς ψημένο φιλέτο με σάλτσα από άγρια μανιτάρια και μαύρη τρούφα και γαλλικό Borbeaux σίγουρα είναι πολύ κοντά σε αυτό που κάποιος θα έλεγε ρομαντική και πολλά υποσχόμενη ατμόσφαιρα.
Οι τρούφες έχουν μία αρκετά μεγάλη περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη, εξού και συχνά αναφέρονται ως «φυτικό κρέας». Τόσο οι μαύρες όσο και οι λευκές τρούφες αποτελούνται άνω του 70% από νερό, ενώ το λοιπό ποσοστό κατά το μεγαλύτερο μέρος συνίσταται από μέταλλα (ασβέστιο, κάλιο και μαγνήσιο), μεταλλικά άλατα και οργανικές ουσίες. Αρκετές μελέτες έχουν γίνει για να εξηγηθεί το γεγονός ότι τα γουρούνια «τρελαίνονται» για την τρούφα και ιδίως τα θηλυκά. Τα ζώα αυτά ανιχνεύουν μία ανδροστενόλη (5-ανδροστ-16-εν-3-ολη), μία στεροειδή αλκοόλη που έχει ταυτοποιηθεί στις τρούφες και που επίσης αποτελεί συστατικό του σιέλου του αρσενικού χοίρου. Ο Γάλλος χημικός Thierry Talou διεξήγαγε ένα πείραμα κρύβοντας δείγματα φρέσκιας τρούφας (που περιείχαν ανδροστενόλη) και δείγματα εμποτισμένα με συνθετικό άρωμα τρούφας (δεν περιείχαν την αλκοόλη αυτή). Τα γουρούνια συστηματικά αγνοούσαν τα δεύτερα δείγματα δείχνοντας ενδιαφέρον μόνο για τις αληθινές τρούφες. Οι φρέσκιες τρούφες περιέχουν έναν αριθμό οργανικών μορίων γνωστών ως αλκοόλες, αλδεΰδες και κετόνες.
Το άρωμα της τρούφας οφείλεται στην ένωση διμεθυλοσουλφίδιο, CH3SCH3 (η οποία απαντά και στα σπαράγγια) σε συνδυασμό με κάποιες άλλες πτητικές (εξατμίζονται εύκολα) ενώσεις. Ανάλογα με τα διάφορα είδη τρουφών οι αναλογίες μεταξύ αλκοολών, αλδεϋδών και κετονών ποικίλουν αλλά πάντα εμπεριέχεται διμεθυλοσουλφίδιο.
Πάνω από 200 πτητικές οργανικές ενώσεις έχουν ταυτοποιηθεί στα διάφορα είδη τρούφας. Κάθε διακριτό είδος περιέχει 20-50 είδη τέτοιων ενώσεων και η σύνθεση και περιεκτικότητα αυτών εξαρτάται από τις γεωγραφικές συντεταγμένες και την ωριμότητα της τρούφας. Όταν οι τρούφες φυλάσσονται για κάποιο διάστημα οι πτητικές θειούχες ενώσεις εξατμίζονται ταχύτερα από άλλα μόρια.
Η απελευθέρωση διμεθυλοσουλφιδίου CH3SCH3 καθώς και CH3CH2CH2SCH3 και CH3CΗ=CΗSCH3 στον αέρα δίνουν στην τρούφα αυτό το δυνατό και χαρακτηριστικό άρωμα. Αναφορές με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία όσον αφορά στην χημική σύσταση και την θρεπτική αξία δίνουν τα εξής : υγρασία (75.21-79.38 %), πρωτεΐνες (19.59-27.18 %), λίπη (2.81-7.42 %), ακατέργαστες φυτικές ίνες (7.81-14.89 %), ανθρακικά (4.33-6.39 %) και ασκορβικό οξύ (0.70-5.10 mg/100 g). Περιέχονται επίσης K (κάλιο), P (φώσφορος) σε υψηλές συγκεντρώσεις, καθώς και ικανά επίπεδα Ca (ασβεστίου), Mg (μαγνησίου), Na (νατρίου), Fe (σιδήρου), Cu (χαλκού), Zn (ψευδαργύρου) και Mn (μαγγανίου).
- Ποια καλλιέργεια αποδίδει 40.000€ ανά στρέμμα ...
- Μια νέα καλλιέργεια σπέρνει... ελπίδες
- Σπορά και φύτεμα λαχανικών
- permaculture : η ολιστική προσέγγιση της γεωργίας
- Aγριαγκινάρα: «πόλος έλξης» για τη βιοποικιλότητα
- Γκότζι: Ένα «θαυματουργό» ασιατικό φρούτο...
- Μεγάλα κέρδη με... άρωμα από ρίγανη, μέντα και ...
- Κερδίζει «έδαφος» το ιπποφαές
- Κουκουναριά. Ενας καρπός κέρδους
- Εκμετάλλευση των αρωματικών και φαρμακευτικών ...
- Ζέα ή Ζειά: Η απαγορευμένη για μας τροφή των τροφή των αρχαίων Ελλήνων και ο μυστικός βιολογικός πόλεμος...
- Μόνο μια φούντα θα μας σώσει...
periplanomenos























0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου